αναλογίζομαι

(Α ἀναλογίζομαι) (Ν και αναλογιέμαι)
1. σκέφτομαι γεγονότα τού παρελθόντος, ξαναθυμάμαι, φέρνω στον νου μου, αναπολώ
2. σκέφτομαι κάτι που αναφέρεται στο μέλλον, υπολογίζω, λογαριάζω
αρχ.
1. ανακεφαλαιώνω, συγκεφαλαιώνω
2. κάνω μαθηματικόν υπολογισμό
3. υπολογίζω, εξετάζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα-* + λογίζομαι < λόγος.
ΠΑΡ. αναλογισμός
αρχ.
ἀναλόγισμα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀναλογίζομαι — reckon up pres ind mp 1st sg ἀναλογίζομαι reckon up pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναλογίζομαι — αναλογίζομαι, αναλογίστηκα βλ. πίν. 34 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αναλογίζομαι — ίστηκα, συλλογίζομαι, σκέπτομαι, υπολογίζω: Δεν αναλογίστηκε τους κινδύνους από την πράξη του αυτή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναλογίσασθε — ἀναλογίζομαι reckon up aor imperat mp 2nd pl ἀ̱ναλογίσασθε , ἀναλογίζομαι reckon up aor ind mp 2nd pl (doric aeolic) ἀναλογίζομαι reckon up aor imperat mp 2nd pl ἀναλογίζομαι reckon up aor ind mp 2nd pl (homeric ionic) ἀναλογίζομαι reckon up aor… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλογιζομένων — ἀναλογίζομαι reckon up pres part mp fem gen pl ἀναλογίζομαι reckon up pres part mp masc/neut gen pl ἀναλογίζομαι reckon up pres part mp fem gen pl ἀναλογίζομαι reckon up pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλογιζόμενον — ἀναλογίζομαι reckon up pres part mp masc acc sg ἀναλογίζομαι reckon up pres part mp neut nom/voc/acc sg ἀναλογίζομαι reckon up pres part mp masc acc sg ἀναλογίζομαι reckon up pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλογισάμενον — ἀναλογίζομαι reckon up aor part mp masc acc sg ἀναλογίζομαι reckon up aor part mp neut nom/voc/acc sg ἀναλογίζομαι reckon up aor part mp masc acc sg ἀναλογίζομαι reckon up aor part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλογίζῃ — ἀναλογίζομαι reckon up pres subj mp 2nd sg ἀναλογίζομαι reckon up pres ind mp 2nd sg ἀναλογίζομαι reckon up pres subj mp 2nd sg ἀναλογίζομαι reckon up pres ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλογίσεται — ἀναλογίζομαι reckon up aor subj mp 3rd sg (epic) ἀναλογίζομαι reckon up fut ind mp 3rd sg ἀναλογίζομαι reckon up aor subj mp 3rd sg (epic) ἀναλογίζομαι reckon up fut ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλογίσῃ — ἀναλογίζομαι reckon up aor subj mp 2nd sg ἀναλογίζομαι reckon up fut ind mp 2nd sg ἀναλογίζομαι reckon up aor subj mp 2nd sg ἀναλογίζομαι reckon up fut ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.